
Είχαμε τη χαρά να συνομιλήσουμε με τον σκηνοθέτη κ Δαμιανό Κωνσταντινίδη λίγο πριν ανέβει η παράσταση “Τυφλή , Τυφλή Φοράδα, που πας;” , μας αποκαλύπτει γιατί το επέλεξε, ποιες ήταν οι δυσκολίες , αλλά και ποια θέματα τον γοήτευσαν από το έργο .
Με αφορμή την παράσταση « Τυφλή, τυφλή φοράδα, πού πας;» που έρχεται για δεύτερη σεζόν θα θέλαμε να μας πείτε πώς ήρθε στα χέρια σας, και πώς έφτασε να γίνει παράσταση?
Η φοράδα είναι τυφλή και πάει όπου θέλει. Έτσι κάποια στιγμή, έφτασε και στα χέρια μου και κάποια άλλη στιγμή είπε να ανέβει και στη σκηνή. Πέρα από την πλάκα, ο τίτλος της παράστασης είναι η εναρκτήρια φράση του δεύτερου από τα πέντε διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου που απαρτίζουν την κειμενική της βάση και που βρίσκονται σε τρεις διαφορετικές συλλογές του. Η γνωριμία μου με το έργο του σημαντικού αυτού λογοτέχνη ξεκίνησε πριν από 30 και παραπάνω χρόνια, όταν πρωτοδιάβασα τη «Φλέβα του λαιμού», διήγημα που συμπεριλαμβάνεται και αυτό στην παράσταση. Η σκέψη να ανεβάσω κάποιο κείμενό του στο θέατρο είναι επίσης παλιά, αλλά η υλοποίησή της έγινε εφικτή μόλις πέρυσι κι αφού μεσολάβησαν η (προ δεκαετίας) γνωριμία μου με την ηθοποιό Δέσποινα Σαραφείδου, η σύνδεσή μας μέσω της δουλειάς και η διαπίστωση της κοινής αγάπης μας για τον συγκεκριμένο συγγραφέα, καθώς και για τους πίνακες του Γιώργου Ρόρρη που έπαιξαν στην περίπτωσή μας τον ρόλο ενός αισθητικού μπούσουλα.
Τι σας συγκίνησε στα κείμενα του Σωτήρη Δημητρίου;
Οι ίδιες οι ιστορίες πρώτα απ’ όλα. Οι ήρωές του. Η «ανθρωπινότητά» τους. Ο πόνος τους. Που με κάνει να σκέφτομαι, αν και δεν υπάρχει χτυπητή ομοιότητα, τον Παπαδιαμάντη. Συχνά στις ιστορίες του Δημητρίου, όπως και σε εκείνες του Παπαδιαμάντη, υπάρχουν παιδιά που πάσχουν και που πεθαίνουν. Όπως υπάρχει και το θέμα της κακοποίησης της γυναίκας από τον σύζυγο και την οικογένειά του (βλέπε, π.χ., Το χριστόψωμο και Ντιάλιθ’ ιμ, Χριστάκη). Αλλά είναι και η γλώσσα. Και στους δύο αυτούς συγγραφείς, ανακαλύπτω μια δραματική, δηλαδή καθαρά θεατρική, ένταση στην ίδια τη γλώσσα και όχι μόνο στο ιστορημένο γεγονός. Είναι μια γλώσσα με γερές ρίζες στη γη και στην καρδιά, που ανακαλεί βιώματα και προσκαλεί σε μια βιωματική απόδοσή της.
Τι σας δυσκόλεψε στη δραματουργία της παράστασης;
Ο λογοτεχνικός χαρακτήρας των κειμένων σε συνδυασμό με τη «φύση» του θεάτρου. Αυτή η εκ πρώτης όψεως αντιπαλότητα. Από τη μια, υπήρχε ο κίνδυνος η παράσταση να γίνει αναλόγιο, να θυμίζει λογοτεχνικό βραδινό, η πλήξη που κάτι τέτοιο θα μπορούσε να προκαλέσει στους θεατές. Από την άλλη, ο κίνδυνος η αναζήτηση μιας όποιας θεατρικότητας να αποβεί σε βάρος ακριβώς αυτού του λογοτεχνικού χαρακτήρα, αλλά και της μεγάλης απλότητας που χαρακτηρίζει τη γραφή του Δημητρίου. Χωρίς τη συνδρομή της Δέσποινας Σαραφείδου, που επωμίζεται μόνη της το φορτίο των πέντε συνταρακτικών αυτών ιστοριών και των όχι λιγότερο συνταρακτικών ηρώων τους, χωρίς την ιδιαίτερη ευαισθησία της, την ακρίβειά της, τη μεταμορφωτική ικανότητά της, δεν θα ήταν εφικτή η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην αφήγηση και την υπόδυση, στον έλεγχο και το χάσιμο, που ήθελα για αυτήν την παράσταση.
Σήμερα συναντάμε αυτούς τους «ήρωες» και πώς;
Πρώτα απ’ όλα ο συγγραφέας που έπλασε τους «ήρωες» αυτούς, είναι σημερινός, σύγχρονός μας, και τούς εκμαίευσε από την πραγματικότητά του. Δεν επιδόθηκε ωστόσο σε ένα έργο απλής αντιγραφής. Αλλά τους έφτιαξε έτσι ώστε να είναι από τη μια αναγνωρίσιμοι και από την άλλη να έχουν τη δυνατότητα να μην εγκλωβίζονται στην ιδιαιτερότητά τους. Μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν παντού γύρω μας, κυρίως όμως υπάρχουν μέσα μας, τους κουβαλάμε μέσα μας. Κατά κάποιον περίεργο τρόπο, είμαστε εμείς οι ίδιοι όλα αυτά τα ρημαγμένα πλάσματα, οι αποσυνάγωγοι, άνθρωποι και ζώα, που δεν έχουν από πού να πιαστούν, που πάνε στα τυφλά, θύτες και θύματα ταυτόχρονα, που ψάχνουν μια λύτρωση, που στραβοπατάνε και τσακίζονται, αλλά που επίσης γνωρίζουν σπάνιες στιγμές ανάτασης και μάλιστα μέσα στην πιο βαθιά οδύνη. Κι αυτό είναι χαρακτηριστικό της μεγάλης λογοτεχνίας: το ιδιαίτερο να γίνεται, να είναι, εντέλει, κοινό. Κάτι που μοιραζόμαστε όλοι, όπως τα βασικά συστατικά της ύπαρξης.
Έχετε μια μεγάλη πορεία στο θέατρο, και Ελλάδα και Γαλλία, πώς είναι οι συνθήκες σήμερα στο θέατρο; Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να αναπτυχθεί αυτή η τέχνη;
Όταν θέτεις τον εαυτό σου -ή σε θέτουν- εκτός κρατικών δομών και θεσμών, μεγάλων ιδιωτικών φορέων και οργανισμών που θέλουν κι αυτοί να πατρονάρουν και να παράγουν τέχνη, ή όταν δεν διαθέτεις σεβαστή προσωπική περιουσία και δεν έχεις φίλους μαικήνες, είτε στη Γαλλία βρίσκεσαι είτε στην Ελλάδα, είτε οπουδήποτε αλλού, είτε χθες είτε σήμερα, ποτέ δεν είναι εύκολο να κάνεις θέατρο.
Αν τώρα μου ζητάτε να συγκρίνω την κρατική πολιτική των δύο χωρών απέναντι στο θέατρο και στον πολιτισμό γενικότερα, παρόλο που δεν έχω πλέον άμεση επαφή με τις γαλλικές συνθήκες παραγωγής, μπορώ χωρίς δισταγμό να απαντήσω ότι η μία χώρα έχει εντάξει προ πολλού τον πολιτισμό στην παιδεία της, στον τρόπο ζωής της, τον θεωρεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς της και της ύπαρξής της, ενώ η άλλη όχι. Κι αυτό ασφαλώς επηρεάζει τα πάντα, από τα κρατικά κονδύλια που διατίθενται για την προώθηση και τη στήριξη του πολιτισμού και της τέχνης μέχρι την κρατούσα αντίληψη για τη θέση του καλλιτέχνη στην κοινωνία. Στην Ελλάδα, πιο συγκεκριμένα, τα χρήματα που δίδονται από το ΥΠΠΟ για το θέατρο είναι ελάχιστα. Περιορίζονται στην εποχική δράση «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός» και σε επιλεκτικές επιχορηγήσεις στον τομέα του σύγχρονου και νεότερου πολιτισμού, με το πρόγραμμα «Δημιουργική Ελλάδα». Και είναι γνωστή η υποβάθμιση που πήγαν να υποστούν οι σπουδές και τα διπλώματα των Ελλήνων ηθοποιών, θέμα ακόμη εν αναμονή λύσεως.
Ωστόσο, αυτή τη στιγμή, από άποψη ποιότητας, το ελληνικό θέατρο έχει να επιδείξει δείγματα γραφής εφάμιλλα με εκείνα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αν και ορισμένοι θα μπορούσαν να του προσάψουν μια ισχυρή δόση μιμητισμού των κεντροευρωπαϊκών κυρίως θεατρικών αισθητικών και ρευμάτων. Αλλά και από άποψη ποσότητας, δεν πάμε πίσω: πάνω από χίλιες πεντακόσιες παραστάσεις ανά έτος μόνο στην Αθήνα σε πάνω από διακόσιους-τριακόσιους θεατρικούς, ή ανακηρυγμένους έτσι, χώρους. Σίγουρα πρόκειται για ρεκόρ. Αλλά και για οξύμωρο αν αναλογιστούμε ότι διανύουμε μια παρατεταμένη περίοδο πολλαπλών κρίσεων. Μεράκι, πάθος, ανάγκη για έκφραση υπερισχύουν συχνά των οικονομικών και τεχνικών δυσκολιών και αιτιολογούν αυτόν τον πληθωρισμό. Το αντίτιμο είναι ασφαλώς η ελλιπής, ή ακόμη-ακόμη και η μη πληρωμή των ίδιων των καλλιτεχνών, κυρίως των πιο νέων, με αποτέλεσμα πολλές φορές αυτό που θα έπρεπε να είναι η κύρια εργασία να καταντάει χόμπι.
Ταυτόχρονα παρατηρούμε, ακριβώς μέσα σ’ αυτήν την περίοδο γενικευμένης κρίσης, και ίσως εξ αιτίας της, μια μεγάλη στροφή του κόσμου προς το θέατρο, προς τις τέχνες γενικότερα, πράγμα που εντάθηκε ακόμη περισσότερο στα χρόνια του κορωνοϊού. Είναι όμως ικανό αυτό το κοινό από μόνο του να στηρίξει όλες αυτές τις προσπάθειες όσο αξιόλογες κι αν είναι και να κάνει να ζήσουν ευπρεπώς οι άνθρωποι που τις επιχειρούν; Όπως και να ‘χει όμως, παρά τις δυσκολίες, τις αντίξοες συνθήκες, τις συρρικνωμένες επιχορηγήσεις όταν και σε όποιους δίνονται, χάρη στις θυσίες των ανθρώπων που το υπηρετούν, το θέατρο στην Ελλάδα αντέχει, αναπτύσσεται και θα αναπτύσσεται όπως μπορεί.
Πιστεύετε ότι το θέατρο επηρεάζει την κοινωνία; Μπορεί να διαμορφώσει γνώμη;
Θα ήθελα πολύ να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αν όντως συνέβαινε, κανένα ακροδεξιό κόμμα, πουθενά στον κόσμο, δεν θα είχε ποτέ ελπίδα να αποκτήσει ερείσματα μέσα στην κοινωνία και να διεκδικήσει σοβαρά την εξουσία, ενώ τα πάσης φύσεως εγκλήματα θα είχαν σίγουρα μειωθεί αισθητά. Το θέατρο, έτσι όπως το εννοείτε, δηλαδή όχι μόνον ως χώρο απλής διασκέδασης, αλλά ως χώρο προβληματισμού και ουσιαστικής αγωγής του μυαλού και της ψυχής, έχω την εντύπωση ότι επηρεάζει μόνο τους ήδη «επηρεασμένους». Ή τους έχοντες έφεση για τέτοιου είδους «επηρεασμό». Άλλωστε, αυτοί είναι κυρίως όσοι πηγαίνουν και βλέπουν παραστάσεις. Αυτό δεν του αφαιρεί, ελπίζω, τον ρόλο που οφείλει, κατά τη γνώμη μου, να έχει μέσα στην κοινωνία, εκείνον μιας αγρυπνούσας συνείδησης.
Σας τρομάζει η τεχνητή νοημοσύνη; Μπορεί να επηρεάσει ακόμα και το θέατρο, πώς νιώθετε για αυτό;
Πρόκειται για εργαλείο. Έχει σημασία ποιος και για ποιον σκοπό το χρησιμοποιεί. Μπορεί να αποδειχθεί ευεργετικό και χρήσιμο, αλλά μπορεί να είναι επίσης επιζήμιο και καταστροφικό. Όπως τόσα και τόσα άλλα πράγματα άλλωστε, η πυρηνική ενέργεια, ας πούμε.
Όσο για το θέατρο, είναι μια τέχνη που έχει την τάση να ενσωματώνει όχι μόνο όλες τις άλλες τέχνες αλλά και τις καινούργιες τεχνολογίες, πιθανόν γιατί οι «εργάτες» του πιστεύουν ότι έτσι θα συμβαδίζει περισσότερο με την εποχή του. Πολύ νωρίς, για παράδειγμα, μπήκε ο ηλεκτρισμός στις παραστάσεις, ο κινηματογράφος, οι προβολές. Αυτό δεν κατέστησε το θέατρο λιγότερο θέατρο, ούτε έκανε τις παραστάσεις καλύτερες ή χειρότερες. Το θέμα για μένα είναι πάντα αν μια παράσταση έχει «καρδιά», αν παίρνει ρίσκα, αν μπορεί να αγγίξει τους θεατές. Αν μπορεί να πετύχει κάτι τέτοιο, λίγο θα με νοιάζει αν χρησιμοποιεί την Τεχνητή Νοημοσύνη ή όχι.
Τι σας λείπει μέσα από την δουλειά σας, και τι σας γεμίζει;
Έχω την τύχη να κάνω μια δουλειά που αγαπώ. Και δεν εννοώ μόνο τη σκηνοθεσία αλλά και τη διδασκαλία από την οποία κατά κύριο λόγο βιοπορίζομαι. Κατά καιρούς παραπονιέμαι για έλλειψη χρόνου και για αυξημένη κούραση. Βέβαια και η έλλειψη χρόνου και η έλλειψη ξεκούρασης δεν προκύπτουν ούτε από τη σκηνοθεσία ούτε από τη διδασκαλία. Προκύπτουν από υποχρεώσεις άσχετες ως προς αυτές τις ασχολίες, αλλά και άρρηκτα δεμένες μαζί τους. Ως πανεπιστημιακός καθηγητής έχω μια σειρά από διοικητικές υποχρεώσεις, εν πολλοίς γραφειοκρατικές, πολύ ξένες προς την ιδιοσυγκρασία μου, που πρέπει όμως να φέρω εις πέρας. Ως καλλιτεχνικός διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος μιας θεατρικής αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με περιορισμένη οικονομική επιφάνεια, οφείλω να ασχοληθώ με όλες τις περιφερειακές αλλά άκρως αναγκαίες εργασίες που απαιτεί μια θεατρική παραγωγή, από την εξεύρεση πόρων για την παράσταση, τα λογιστικά και τους προϋπολογισμούς μέχρι τη σύνταξη δελτίων τύπου και την εύρεση μέσων μεταφοράς των σκηνικών, για παράδειγμα. Αυτές οι αναγκαστικές και πεζές εργασίες με βαραίνουν, κι αυτές ροκανίζουν επικίνδυνα και τη διάθεσή μου και τον χρόνο που θα ήθελα να αφιερώνω στις άλλες αγάπες μου: τη συγγραφή, τη μετάφραση, το διάβασμα, στους φίλους, στα ταξίδια…
Τώρα, τι με γεμίζει όταν σκηνοθετώ. Η ίδια η διαδικασία της πρόβας, οι στιγμές που πετυχαίνουμε κάτι όλοι μαζί, ηθοποιοί, σκηνοθέτης και λοιποί συντελεστές, αυτά τα κομμάτια αλήθειας που μπορούν να βγουν απ’ τον καθένα μας, αυτό το «όλοι μαζί», εντέλει, για ένα κοινό στόχο, τη δημιουργία μιας παράστασης, τη δημιουργία ενός καινούργιου κάθε φορά κόσμου.
Επόμενα σχέδια;
Η επανάληψη του έργου «Ιππής meta», μια σύγχρονη ματιά στο έργο «Ιππής» του Αριστοφάνη, που θα γίνει στη Θεσσαλονίκη μετά το Πάσχα, στο καφενείο «Η Πρίγκηπος».
Το ανέβασμα, το φθινόπωρο ενδεχομένως, ενός έργου πρωτοεμφανιζόμενης Ελληνίδας συγγραφέα, πολλά, κατά τη γνώμη μου, υποσχόμενης.
Και τόσα άλλα…
Κλείνοντας θα θέλαμε μια φράση από το έργο που σας αρέσει πολύ.
Είναι πολλές. Ο ίδιος ο τίτλος της παράστασης είναι μια τέτοια φράση: «Τυφλή, τυφλή φοράδα, που πας; Κάνεις σαν να μην είδες ήλιο, ούτε θάλασσα, σαν να μην άκουσες τραγούδια. Πού τα καταχώνιασες όλα;». Να και μια άλλη που με συγκινεί βαθιά: «Λιβάδια, μαργαρίτες, νύχτες και ματάκια, όνειρα της νιότης, θαμποί χειμώνες, πόνοι περασμένοι, χαμένοι ήλιοι, μανούσια και πρωτοβρόχια, τρυφερά, λες για παρηγοριά, της άλεθαν τα σπλάχνα, οι εικόνες, οι λέξεις». Ή εκείνη που κλείνει την παράστασή μας, αλλά δεν θα την παραθέσω εδώ, για να έχουν κάτι να ανακαλύψουν και να γευτούν οι θεατές που θα έρθουν να μας δουν.
Σας ευχαριστώ πολύ
Ευχαριστώ πολύ, Κατερίνα Γρυλλάκη!