
Χρύσα Καψούλη σας καλωσορίζουμε στο Culturetime
Με αφορμή την τελευταία σας παράσταση «Φαεθων», θα θέλαμε να μας πείτε γιατί επιλέξατε αυτό το έργο;
Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν το επέλεξα εγώ. Είχα τη χαρά να με προσεγγίσει η ομάδα Bonaventura και να μου ζητήσει να τους σκηνοθετήσω. Σε μια συνομιλία που είχα μαζί τους πρότεινα, με τη σειρά μου, εφτά Νεοέλληνες συγγραφείς γιατί με ενδιαφέρει το σύγχρονο ελληνικό έργο.
Η ομάδα που αποτελείται από ανθρώπους με τους οποίους έχουμε ξανασυνεργαστεί και εκτιμώ, πήρε την απόφαση να κάνουμε τον Φαέθοντα του Δημήτρη Δημητριάδη.
Ένα κείμενο που έχει δέκα χρόνια να εμφανιστεί, έναν συγγραφέα που είναι το τέταρτο έργο του οποίου αναλαμβάνω και ένας προβληματισμός -εννοώ τον πυρήνα του έργου- ο οποίος εμφανίζεται και επανεμφανίζεται ως σύμπτωμα στην ελληνική επικαιρότητα.
Ο θεσμός της οικογένειας όσο και να αμφισβητείται ή να αλλάζει είναι επίκαιρος και δίνει στην τέχνη τροφή… έχετε εντοπίσει ποια είναι τα κακώς κείμενα;
Η οικογένεια είναι ο πυρήνας της ζωής μας. Η οικογένεια από το παρελθόν μέχρι και τις μέρες μας μεταλλάσσεται, δεν είναι η ίδια. Στο έργο του Φαέθοντα, ο πυρήνας της οικογένειας είναι η αρχέγονη μορφή: ο πατέρας-αφέντης, η μητέρα-συνένοχος και τα παιδιά τα οποία πρέπει να μεγαλώσουν “κατ’ εικόνα και ΄καθ’ ομοίωσιν”. Ο Δημητριάδης παίζοντας διακειμενικά με τον Άμλετ του Σαίξπηρ, με τα Γράμμα στον πατέρα του Κάφκα και το ποιητικό του γίγνεσθαι, θίγει την παθογένεση αυτού του τύπου οικογένειας.
Από το έργο του Δημητριάδη τι βγαίνει μεσα από την παράσταση σας; Αποκαλύπτεται κάτι? Λυτρώνονται οι ήρωες;
Ευτυχώς υπάρχει ζωή μέσα στο έργο. Υπάρχει αγάπη μέσα στο έργο. Εννοώ τα παιδιά: Ανν (Κλέλια Μαμουνάκη), Μπεθ (Κατερίνα Κέντρου), Λέλο (Δημήτρης Βουτσής). Ο καθένας τους δυνητικά μπορεί να φτιάξει τον κόσμο του όπως τον θέλει. Μπορεί στο τέλος του έργου η έξοδος -“να πάει, να ζήσει”- του Λέλο να έχει έναν χαρακτήρα άφατο, όμως παράλληλα την ίδια στιγμή έχει και μια άλλη δυναμική. Ότι δηλαδή μπορεί να κουβαλάμε πολλά βάρη από μια δυσλειτουργική οικογένεια αλλά έχουμε και την ευθύνη του πως να απαλλαγούμε από αυτά και να συνεχίσουμε τη ζωή με τους δικούς μας όρους.

Από την πορεία σας είδαμε ότι έχετε περισσότερο δουλέψει με Έλληνες συγγραφείς , είναι από επιλογή ή τυχαίο;
Είναι πολύ συνειδητή επιλογή. Πιστεύω ακράδαντα πως αν δεν υπάρχει ελληνική θεατρική γραφή δεν έχουμε ελληνικό θέατρο. Έχουμε μια γενιά Νεοελλήνων συγγραφέων των οποίων τα έργα παίζονται και στο εξωτερικό και εξελίσσουν την ελληνική γλώσσα και προβληματική. Θέλω να αναφέρω εκτός από τον Δημήτρη Δημητριάδη, του οποίου το έργο δουλεύουμε και τον εκτιμώ απεριόριστα, τον Γιάννη τον Μαυριτσάκη, τον Άκη Δήμου, τον Θανάση Τριαρίδη, την Έλενα Πέγκα και τον πρόωρα χαμένο Τσιμάρα Τζανάτο. Ενδεικτικά αναφέρω αυτούς με τους οποίους έχω συνεργαστεί και έχω σκηνοθετήσει έργα τους. Τιμώ τους δασκάλους μου οι οποίοι είχαν το ίδιο πιστεύω: Ελληνική γραφή σημαίνει και ελληνική θεατρική δραματουργία.
Το θέατρο σήμερα πως το αντιλαμβάνεστε; Σε σχέση με παλαιότερες εποχές;
Είμαι φύσει και θέσει αισιόδοξος άνθρωπος. Ακολουθώ τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις, δεν πάσχω από παρελθοντολογία, ούτε στην προσωπική μου ζωή ούτε στη θεατρική μου διαδρομή. Έχω ζήσει σε πολύ έντονες εποχές: Μεταπολίτευση, Φεμινιστικό κίνημα, αλλαγή του οικογενειακού δικαίου και πιστεύω πάρα πολύ στις νέες γενιές οι οποίες έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες, μπορούνε πολύ πιο εύκολα δηλαδή να έρχονται σε επαφή με διαφορετικούς πολιτισμούς και κουλτούρες. Ταξιδεύουν πολύ πιο εύκολα και πιο φθηνά, τολμούν, κάνουν τις δικές του ομάδες και παραγωγές, δεν περιμένουν όλα να συμβούν από τον από μηχανής θεό, δοκιμάζουν και ρισκάρουν.
Και για να μη μιλήσω μόνο για την Ευρώπη αλλά και για το τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην θεατρική σκηνή της Αθήνας, πολύ συχνά συναντιέμαι με παραστάσεις που με εκπλήσσουν θετικά.
Είμαι ευτυχής που ζω στο σήμερα αλλά και για αυτό που έχω ζήσει στο παρελθόν.
Για εσάς τι είναι το θέατρο;
Έχω δύο ζωές. Μπορεί και τρεις (γέλια). Μία από αυτές τις ζωές είναι το θέατρο. Έχω μεγαλώσει μέσα σε αυτό, έχω υπάρξει πολλά χρόνια ως ηθοποιός στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και άλλα τόσα χρόνια σκηνοθετώντας στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη.
Το θέατρο για μένα είναι ποίηση. Είναι φαντασία. Και είναι αυτό που σίγουρα δεν μπορείς να ζήσεις, δεν χωράει σε μια ζωή. Όπως ένα καλό βιβλίο, η θεατρική σκηνή σε ταξιδεύει σε πρόσωπα, τόπους και χρόνους που ούτε θα φανταζόσουν πως θα γνωρίσεις. Όταν σκέφτομαι τη ζωή μου, σκέφτομαι τους μήνες και τις παραστάσεις στην Επίδαυρο, στη Δωδώνη, στο Ηρώδειο, τις συναντήσεις με πολύ σπουδαίους ανθρώπους, εννοώ σκηνοθέτες, δραματουργούς και με αυτή την έννοια το θέατρο είναι όλη μου η ζωή. Δεν είναι ένα ταξίδι, είναι πολλά ταξίδια, πολλά νησιά.
Πως αποφασίσατε το δρόμο της υποκριτικής;
Πιστεύω ότι δε διαλέγουμε εμείς το δρόμο της υποκριτικής. Μας διαλέγει αυτός. Ξεκίνησα από το χορό και την αγάπη μου σε αυτόν, σπούδασα αγγλική φιλολογία, αλλά επειδή μάλλον ως πολύ νέα δε μου αρκούσε όλο αυτό, και βεβαίως επειδή όπως ανέφερα και παραπάνω είμαι παιδί της μεταπολίτευσης, με ενδιέφεραν πολύ τα πολιτικά κινήματα. Μπήκα λοιπόν σε μια φεμινιστική θεατρική ομάδα και νομίζω ότι για μένα το μετά ήταν μονόδρομος. Εδώ θα αναφέρω μια φράση του Ανδρέα του Βουτσινά που έλεγε πάντα ότι “είμαστε από τους πολύ τυχερούς γιατί ως εργασία κάνουμε ακριβώς αυτό που αγαπάμε”.
Ποιοι ήταν οι άνθρωποι που σας στιγμάτισαν επαγγελματικά ;
Η Αλέκα Κατσέλη και η Μάγια Λυμπεροπούλου που ήταν δασκάλες μου. Η συνεργασία μου με τη Μίρκα Γεμεντζάκη. Ο Peter Stein. Ο Otto Sander. Η Angela Winkler. Η συνάντηση με τον Μίνωα Βολανάκη. Η μεγάλη ευκαιρία που μου έδωσε να χορογραφήσω τις Τρωάδες του Ανδρέα Βουτσινά στην Επίδαυρο και εκεί να ξεκινήσει μια οκτάχρονη συνεργασία με τον Ανδρέα.
Ο Βασίλης Παπαβασιλείου. Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός.
Είμαι ευγνώμων για όλες τις μέχρι τώρα συναντήσεις και συνεργασίες στο θέατρο, έχω υπάρξει πολύ τυχερή.
Επόμενα σχέδια;
Διδάσκω ανελλιπώς τα τελευταία χρόνια στο Θέατρο των Αλλαγών καθώς επίσης έχω μια πολύ υπεύθυνη θέση στο Υπουργείο Πολιτισμού. Είμαι Πρόεδρος της Γνωμοδοτικής Επιτροπής σε ό,τι αφορά τις δραματικές σχολές σε όλη την Ελλάδα. Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε συζητήσεις για μια επόμενη συνεργασία με το θέατρο Φούρνος. Θέλω εδώ να αναφέρω τους ανθρώπους του θεάτρου Φούρνου, την Ντοντό και τον Μάνθο Σαντοριναίο, για την πάντα άψογη συνεργασία.
Εμπιστεύομαι το μέλλον για κάτι που μπορεί να φέρει και αυτή τη στιγμή δεν το ξέρω.
Κλείνοντας θέλουμε μια ατάκα από το έργο που σας αρέσει πολύ
Λέει σε ένα σημείο του έργου ο χαρακτήρας του Λέλο Λομ:
“ώ το πιο δύσκολο είναι το πιο εύκολο, μητέρα, το πιο αργό είναι το πιο γρήγορο, το σκοτεινό έχει το πιο πολύ φώς, αυτό που φοβάσαι είναι το πιο φοβισμένο, αυτό που ντρέπεσαι είναι το πιο δειλό, το πιο ξεδιάντροπο, αυτό που βλέπουμε, μητέρα, είναι το αντίθετο εκείνου που δεν βλέπουμε – “
Ευχαριστώ πολύ Κατερίνα Γρυλλάκη
Οι φωτογραφίες της κ. Καψούλη είναι από Κατερίνα Τζιγκοτζίδου,
Κώστας Παπαντωνίου