Culturetime.gr

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος : ζούμε σε μια εποχή χωρίς ποίηση, σκληρή, άνυδρη.

Το Αμάρτημα της Μητρός μου 3ος χρόνος, πώς νιώθετε για αυτό;

Νιώθω ότι μόλις ξεκίνησα. Και δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι το πολύ ωραίο που έχει αυτή η δουλειά, ειδικά όταν καταπιάνεσαι με μεγάλα κείμενα. Νιώθεις ότι έχεις πάντα αρκετό περιθώριο ν ανακαλύπτεις, να βελτιώνεσαι , να αφήνεσσαι όλο και περισσότερο στην στιγμή της παράστασης, που δεν επαναλαμβάνεται, όσο κι αν είναι οργανωμένο αυτό που κάνεις. Είναι οργανωμένο με τέτοιο τρόπο, που να μπορεί να αναπνεύσει. Να αναδημιουργείται χωρίς να χάνει τη απόλαυση της πρώτης φοράς.

Επιλέξατε έναν μονόλογο, από ένα σπουδαίο λογοτεχνικό έργο, ποια ήταν η σκέψη που σας οδήγησε σε αυτό;

Για να πω την αλήθεια τώρα μετά από τόσα χρόνια, δεν είμαι σίγουρος αν το επέλεξα ή με επέλεξε. Η ιστορία ξεκινάει πριν δέκα και πλέον χρόνια, όταν βρισκόμουν στο θέατρο Μπάτμιντον στο “Ποιός τη ζωή μου” για τη ζωή του Μίκη Θεοδωράκη. Κάποια στιγμή προς το τέλος της σεζόν ο καλός φίλος και συνάδελφος Στέλιος Μάινας με ενημέρωσε ότι ο Δήμος Αβελιώδης θα έκανε το καλοκαίρι “Το αμάρτημα της μητρός μου” κι αναζητούσε Βιζυηνό. Ο Στέλιος με προέτρεψε να πάω. Δεν ξέρω, από που ανάβληζε αυτή η επιμονή του. Ίσως κάτι προαισθανόταν. Για λίγο σκέφτηκα, πως θα φύγω; Είχαμε περιοδεία να κάνουμε το καλοκαίρι. Αλλά τελικά το αποφάσισα.

Έτσι έχασα την καλοκαιρινή περιοδεία και την εμπειρία να παίξω στην Μακρόνησο ως Ελύτης, .στην ζωή του Θεοδωράκη, αλλά κέρδισα την εμπειρία να γίνω Βιζυηνός στο σπουδαίο Αμάρτημα της μητρός του. Με τον Δήμο δουλέψαμε εξαιρετικά, κι έμαθα πολλά. Κρατάω ακόμα αρκετά, αλλά προσαρμοσμένα πλέον στην δική μου ιδιοσυγκρασία, ίσως σμιλευμένα απ’ την δική μου πορεία μέσα στα χρόνια. Φυσικό είναι. Μεγαλώνουμε. Και μαζί μας μεγαλώνουν οι προσλαμβάνουσες κι οι εμπειρίες μας. Μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια δεν ξέχασα ποτέ το κείμενο. Συχνά πυκνά έρχονταν στο νου μου μεγάλα κομμάτια του, τα οποία έλεγα σαν τον τρελό, μόνος μου στο γραφείο του σπιτιού μου. 

Στην ουσία είχα αποφασίσει μέσα μου πως κάποια στιγμή θα ασχοληθώ ξανά με αυτό, με το δικό μου τρόπο αυτή τη φορά. Και αυτή η στιγμή ήρθε πριν δύο χρόνια. Και φυσικά είναι από εκείνες τις στιγμές που δεν ξεχνάς εύκολα στη ζωή σου.

Πως  ήταν η διαδικασία των προβών; Και πως είναι να σκηνοθετεί κάποιος τον εαυτό του;

Οι πρόβες παρόλο που το κείμενο, μου ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου γνωστό, κράτησαν δυόμισι γεμάτους μήνες. Κι αυτό γιατί το σκεπτικό μου, ήταν τελείως διαφορετικό από εκείνο που είχα δοκιμαστεί παλιά με τον Δήμο. Αλλά η διαδικασία ως διαδικασία ήθελα να έχει μια ελευθερία στην δημιουργία. Δεν ήθελα, παρόλο που ήξερα που ήθελα να το πάω, να παγιώσω τίποτα. Εξ άλλου είχα και εξαιρετικούς συνεργάτες, στο σκηνικό στη μουσική στα φώτα στην κίνηση. Ήθελα να είναι κι εκείνοι μέρος της δημιουργίας. Και αυτό έγινε στο τέλος. Δεν ένιωσα ποτέ μόνος. Ένιωσα ότι τους ενδιέφερε το αποτέλεσμα όσο κι εμένα. Και τους ευχαριστώ πολύ γι αυτό.  Όσον αφορά τώρα την σκηνοθεσία του εαυτού σου..Ε δεν είναι και το καλύτερο πράγμα στον κόσμο.. Βασικά έλεγα, με έμφαση κιόλας στο παρελθόν, πως δεν θα το κάνω ποτέ. Αλλά ποτέ μη λες ποτέ.

Είχα δύο ζευγάρια μάτια, την Βρισηίδα και τον Φάνη το βοηθό μου να με κοιτούν σ’ όλες τις πρόβες, με απώτερο σκοπό, να με διορθώνουν, αν ξέφευγα έστω και στο ελάχιστο από την γραμμή που είχαμε συζητήσει από την αρχή ότι θα κινηθεί η αφήγηση. Είχαν όμως και την ελευθερία να προτείνουν πράγματα. Τους ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου. Ήταν πολύτιμοι για μένα.

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε λογοτεχνικά έργα να δραματοποιούνται στο θέατρο. Θέλετε να μας πείτε δυο λόγια για αυτό;

Ναι αλήθεια είναι. Το θέατρο άλλωστε πάντα βρίσκει τρόπους να αφηγηθεί μια ιστορία. Και παρόλο που στην λογοτεχνία η γραφή, είναι δομικά τελείως διαφορετική από την θεατρική, δεν παύει να έχει αρετές που πάντα θα μας γοητεύουν. 

Τόσο ως προς την ζωντάνια των εικόνων και την σκιαγράφηση γεγονότων και χαρακτήρων, όσο και ως προς την ποιητικότητα του λόγου. Κι αυτό το δεύτερο πιστεύω είναι που λείπει πιο πολύ. Γιατί ζούμε σε μια εποχή χωρίς ποίηση, σκληρή, άνυδρη. Ίσως την έχουμε περισσότερη ανάγκη τώρα. Για να ισορροπήσουμε ας πούμε την ανθρώπινη ανάγκη μας για κάτι πιο παραμυθένιο. Για κάτι που ενεργοποιεί την φαντασία. Κάτι που όπως λέει κι ο Σαίξπηρ μας θυμίζει πως είμαστε πλασμένοι από την ύλη των ονείρων. 

Τι θα πάρει ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση σας;

Αυτό το ξέρει μόνο εκείνος. Εμείς παλεύουμε για μιαν αλήθεια σκηνική, που θα τον μετακινήσει προς μία κατεύθυνση περισσότερο ανθρώπινη. Ο κάθε θεατής παίρνει συνήθως αυτό που έχει ανάγκη να πάρει. Κι αυτό που είναι σε θέση να αντιληφθεί περισσότερο, τη χρονική στιγμή της ζωής του. Την στιγμή που επιλέγει να δει μία παράσταση. Πάντως παράπονο δεν έχω. Απεναντίας μπορώ να πω.  Η πρόσληψη της παράστασης, η συγκέντρωση του κοινού, η σιγή και οι ανάσες τους είναι κάτι πολύ ευχάριστο για μένα. Αισθάνομαι κυριολεκτικά ότι γίνονται μέρος μιας τελετουργίας που συντελείται μπροστά στα μάτια τους. Είναι σαν να συνομιλούν μαζί μου. Σαν να παίζουν αδιόρατα κι εκείνοι. Σαν να γίνονται κομμάτι της δικής μου μνήμης.

Ως πατέρας , αλλά και ως γιος μέσα στο ρόλο σας, έχοντας αυτό το κείμενο στα χέρια σας, πως νιώθετε, υπάρχει κάποια ταύτιση;

Ταύτιση όχι. Αλλά σίγουρα έχει κομμάτια από μένα. Πως θα μπορούσε άλλωστε να μην έχει. Έχει εκείνα τα κομμάτια της φαντασίας μου, που χρησιμεύουν στην ανάπλαση των χαρακτήρων από το χαρτί στην σκηνή. Ένα από τα σημεία που απολαμβάνω είναι όταν κάνω την μάνα. Όταν δηλαδή την ανακαλώ μέσω της μνήμης και μπαίνω ως Βιζυηνός στην θέση της. Έτσι μέσω αυτής της ανταλλαγής των ρόλων, την κατανοώ και περισσότερο. Τόσο ως παίκτης, όσο και σαν χαρακτήρας, αφού ο Βιζυηνός μιλά για την ίδια του την μητέρα, την οποία ασφαλώς γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους. Το ωραίο είναι ότι την ψυχογραφεί μέσα απ’ τα δικά της λόγια, και μόνο μετά απ την εξομολόγηση σε κείνον, του φοβερού μυστικού της, επέρχεται μια ουσιαστική ισορροπία στην τραυματισμένη σχέση του μαζί της. 

Τι είναι για εσας το θέατρο;

Θυμάστε μια όμορφη ή συγκινητική στιγμή ;

Το θέατρο; Ε , είναι η μισή (και παραπάνω ίσως) ζωή μου. Είναι ένα πεδίο που μπορώ, αν και χρόνια ενήλικος..να παίζω ακόμα. Κι όσο παίζω, τόσο μαθαίνω. Τύχη να παίζεις σε σπουδαία έργα. Να γνωρίζεις, να συνεργάζεσαι με σημαντικούς ανθρώπους. Σ’ ένα παιχνίδι που δεν τελειώνει. Που σε μαθαίνει να “παίζεις” καλύτερα και στην ζωή σου.

Ένα παιχνίδι αυτογνωσίας θα λεγα.

Γι αυτό και οι όμορφες στιγμές είναι πολλές. Δύσκολα μπορώ να ξεχωρίσω κάποιες. Ας πούμε θα μπορούσα να αναφέρω εκείνη την στιγμή που ένας θεατής σε κοιτάει ίσα στα μάτια, σου σφίγγει θερμά το χέρι για λίγη ώρα και φεύγει. Χωρίς κουβέντα. Τι να την κάνεις την κουβέντα; Δεν χρειάζεται. 

Αυτό ναι , είναι κάτι που είμαι ευτυχής που το χω ζήσει.Αυτό αξίζει πιο πολύ κι απ’ το να σε χειροκροτεί ένα γήπεδο ολόκληρο. Είναι πάνω από οποιοδήποτε χειροκρότημα. Που μεταξύ μας , ίσως και να μην χρειάζεται, σε κάποιες περιπτώσεις.

Ένα αγαπημένο βιβλίο;

Δύσκολο κι εδώ.. Τι να πεις τώρα. Δεν είναι ένα. Και δεν είναι μόνο λογοτεχνία. Μ αρέσει κι η ποίηση. Τέλος πάντων ένα από τα τελευταία που διάβασα και μ άρεσε είναι η “Ανδρωμάχη” του Κώστα Ακρίβου. Ναι, με ωμέγα – δεν είναι λάθος – το εξηγεί γιατί.

Μ αρέσει ο Ντοστογιέφσκι – σιγά κάτι μας είπες τώρα, θα μου πεις- σωστά. Μ αρέσει κι ο Μυριβήλης πολύ. Η ζωή εν τάφω. Η δασκάλα..η Παναγία η γοργόνα, ο Βασίλης ο Αρβανίτης, Το τραγούδι της γης, τα Χρωματιστά βιβλία. Μ αρέσουν και τα σημειωματάρια του Αλμπέρ Καμύ. Μ αρέσει ο Πεσσόα – Το βιβλίο της ανησυχίας – ασύλληπτο. Ακόμα και τα αστυνομικά του. Κι η Καρυστιάνη . Κι ο Σνίτσλερ. Ο Τολστόι, ο Καρούζος, ο Λειβαδίτης, ο Γκαίτε, ο Καζαντζάκης, ο Βενέζης, ο Ρίτσος η Ρουκ κι η Δημουλά. Ας το αφήσουμε καλύτερα, δεν έχει τέλος όλο αυτό. Κι άλλωστε είναι και κάτι που εμπλουτίζεται διαρκώς μέσα στο

Ένας ρόλος απωθημένο;

Α τώρα πια, δεν υπάρχουν αυτά. Όταν ήμουν στην αρχή ίσως. Κι όχι βέβαια απωθημένο αλλά επιθυμία περισσότερο. 

Μ ενδιαφέρουν πολλά, αλλά η συνθήκη, οι συνεργάτες με τους οποίους πρόκειται να συμβεί, είναι το σημαντικότερο.

Ένας ηθοποιός που θαυμάζετε πολύ;

Ο Αργύρης Ξάφης. Κι όχι μόνο ως ηθοποιός. Συνολικά ως καλλιτέχνης. Ως άνθρωπος. 

Έχω κι άλλους που θαυμάζω. Πολλούς. Ο Γιώργος ο Γάλλος ας πούμε. Ο Πυγμαλίωνας ο Δαδακαρίδης. Αλλά αν αρχίσουμε έτσι θα μεγαλώσει κατά πολύ η συνέντευξη. Και μίλησα μόνο για τη γενιά μου. Ούτε για παλαιότερους, ούτε για νεότερους. Ας πούμε λοιπόν καλύτερα, ότι ο Αργύρης κερδίζει στο νήμα.

Επόμενα σχέδια;

Έχω πάντα σχέδια. Απλά προτιμώ να τα λέω λίγο πριν συμβούν. Ε, είναι κάτι που το κάνω πάντα. Συγχωρέστε με.

Κλείνοντας γράψτε μας μια ατάκα από το έργο που σας έχει μείνει.

“Ὁσάκις τὸ φλογίδιον μιᾶς κανδύλας ἔτρεμε, μοὶ ἐφαίνετο, πῶς ὁ ἅγιος ἐπὶ τῆς ἀπέναντι εἰκόνος ἤρχιζε νὰ ζωντανεύῃ, καὶ ἐσάλευε, προσπαθῶν ν’ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τὰς σανίδας, καὶ καταβῇ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, μὲ τὰ φαρδυὰ καὶ κόκκινά του φορέματα, μὲ τὸν στέφανον περὶ τὴν κεφαλὴν, καὶ μὲ τοὺς ἀτενεὶς ὀφθαλμοὺς ἐπὶ τοῦ ὠχροῦ καὶ ἀπαθοῦς προσώπου του.”

Όπως καταλαβαίνετε σε αυτό το κείμενο δεν μπορείς να βρεις ατάκα.. αλλά παράγραφο.

Ευχαριστώ πολύ Κατερίνα Γρυλλάκη

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Scroll to Top