Culturetime.gr

Συνέντευξη της Ροζαλί Σινοπούλου στην Αλεξία Βλάρα

Συνέντευξη

  1. Το Θυμωμένο κοριτσάκι σε πέτρινο παγκάκι εξερευνά μια οικογενειακή ιστορία μέσα από έναν ιδιαίτερα πυκνό και εσωτερικό αφηγηματικό λόγο. Ποια ήταν η μεγαλύτερη μεταφραστική πρόκληση στο να αποδοθεί αυτή η συναισθηματική ένταση στα ελληνικά;

Οι μεταφραστικές προκλήσεις, σε ό,τι αφορά την Οβαλντε, είναι πάντα αρκετές και αφορούν τόσο το γράμμα όσο και το πνεύμα των έργων της. Εν προκειμένω, τα δυο αυτά μπλέκονται, κυρίως γιατί οι συναισθηματικές εντάσεις διερευνώνται ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα: ξεκινώντας από τον χαρακτήρα που εξετάζει κάθε φορά, περνά υπόρρητα στα δικά της βιώματα και τελικά τα «ανοίγει» προς το κοινό. Ο τρόπος της, ωστόσο, να κάνει αυτή την τριπλή κίνηση, που τόσο χαρακτηριστική είναι στα έργα της –πράγμα άλλωστε που τα κάνει τόσο άμεσα–, δεν άπτεται πια μόνο του πνεύματος του κειμένου, αλλά του γράμματος. Ο «εξαιρετικά χαρακτηριστικός εξαιρετικά μακροπερίοδος» λόγος που επιστρατεύει γι’ αυτού του είδους τους μονολόγους απαιτεί μεταφραστική ψυχραιμία και προσοχή, καθώς τα σημεία στίξης χρησιμοποιούνται με φειδώ και οι λέξεις διαλέγονται μια-μια στην πρωτότυπη γλώσσα, πράγμα που δεν αφήνει πολλά περιθώρια «ελευθερίας» στη μεταφράστρια. Ζητούμενη είναι κατ’ αρχάς η δική της σύνδεση ή και ταύτιση με όσα λέγονται, πριν καταφέρει να τα αποδώσει στη δική της γλώσσα.

  • Το ύφος της Βερονίκ Οβαλντέ χαρακτηρίζεται από ρυθμό, ειρωνεία και εσωτερική ένταση. Πώς διατηρεί κανείς στη μετάφραση αυτή τη λεπτή ισορροπία χωρίς να «εξημερώσει» το κείμενο;

Αναμφίβολα, το καυστικό χιούμορ είναι ένα από τα μεγάλα προσόντα της γραφής της Οβαλντέ. Ταυτόχρονα είναι και ένας από τους μεγαλύτερους σκοπέλους για τη μεταφράστρια κι ο μακροπερίοδος λόγος, στον οποίο ήδη αναφέρθηκα, απαιτεί από μόνος του προσοχή, ειδικά όταν μιλάμε για την απόδοση συναισθημάτων, με τη διατήρηση του ρυθμού του να παραμένει πάντα βασικό ζητούμενο. Ωστόσο το ερώτημα εδώ είναι «πώς εννοούμε “εξημέρωση”». Γιατί και η απόδοση σε μια άλλη γλώσσα και η προσπάθεια να γίνει κατανοητό το περιεχόμενο του κάθε έργου είναι μια προσπάθεια να το δαμάσουμε. Η αντίσταση σε αυτό προέρχεται ακριβώς από τον σεβασμό προς την «αφηγηματική αγωνία» της συγγραφέως και την προσπάθεια να διατηρηθεί ο ρυθμός και το ύφος. Η ισορροπία που πρέπει να κρατηθεί μεταξύ της ευαισθησίας απέναντι σε όσα νιώθουν οι ηρωίδες και οι ήρωες και της κριτικής ή της αμφισβήτησης της ίδιας της Οβαλντέ απέναντι σε αυτά είναι όντως μια δύσκολη υπόθεση που απαιτεί λεπτούς χειρισμούς. Ωστόσο –παρενθετικά μόνο– αξίζει να σημειωθεί πως η Οβαλντέ, τουλάχιστον στο Θυμωμένο κοριτσάκι, παίρνει το μέρος της ηρωίδας: η ειρωνεία για τα δικά της συναισθήματα προέρχεται από την ίδια την Αΐντα κι αυτό δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίστιξη με την αντιμετώπιση των συναισθημάτων ειδικά των δυο αδερφών της – ένα «αφηγηματικό τέχνασμα» που φωτίζει με πολλούς τρόπους την ψυχολογία των ηρωίδων.

  • Σε ποιο βαθμό θεωρείτε ότι ο μεταφραστής πρέπει να παραμένει «αόρατος» και πότε αναγκάζεται να γίνει πιο παρεμβατικός για να αποδώσει το ύφος και το νόημα του πρωτότυπου;

Στη μεταφραστική εργασία η παρέμβαση του προσώπου που κάνει την απόδοση πρέπει να θεωρείται δεδομένη, ακριβώς γιατί η ίδια η διαδικασία στηρίζεται και αποτελεί ουσιαστικά μια μεσολάβηση. Υπ’ αυτή την έννοια, πάντα η αναγνώστρια ή ο αναγνώστης, μοιραία, θα διαβάσει τη δική μας ανάγνωση του πρωτότυπου κειμένου. Ωστόσο, εμφανής παρεμβατικότητα σημαίνει αποτυχία να κρατηθούμε στα παρασκήνια: φανταστείτε μια θεατρική παράσταση στην οποία ο υποβολέας και η σκηνοθέτρια βρίσκονται πάνω στη σκηνή και καθοδηγούν επί τόπου τους ηθοποιούς. Κάτι τέτοιο μόνο θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό στο πλαίσιο ενός εγχειρήματος «αναστοχαστικού» χαρακτήρα. Όσο δεδομένη είναι η μεσολάβηση της μεταφράστριας, άλλο τόσο ζητούμενο είναι να κρατηθεί «αόρατη» – να μη δείξει ή να μην αφήσει να φανεί η μεσολάβησή της. Παρεμβάσεις πιο «δομικού» τύπου, πιο επιθετικές αποφεύγονται, έτσι εδώ, διά ροπάλου: όταν η απόδοση δεν μπορεί να αποδώσει το πνεύμα ή το γράμμα του κειμένου η επιλογή πάει, μοιραία, προς τη λύση που θα πειράξει λιγότερο το κείμενο. Στην Οβαλντέ, ακριβώς λόγων των ιδιαιτεροτήτων στην έκφραση, οι ισορροπίες διατηρούνται πάντα με σεβασμό στο ίδιο το κείμενο όσο και προς όφελος του αναγνώστη ή της αναγνώστριας, ακόμη και με κόστος να τριβελίζει το μυαλό μας κάθε τέτοιος σκόπελος για μέρες ή και για μήνες.

  • Το βιβλίο κινείται ανάμεσα στο τραύμα, την οικογενειακή μνήμη και την εφηβεία. Πώς μεταφράζεται γλωσσικά μια τόσο έντονα ψυχολογική και σωματοποιημένη εμπειρία;

Κατά κάποιον τρόπο, οι απαντήσεις στα δυο πρώτα ερωτήματα συγκλίνουν εδώ. Αν και η Οβαλντέ προσφέρει έναν προνομιακό χώρο ανάπτυξης του συναισθηματικού κόσμου των ηρωίδων της –δηλαδή κυρίως των γυναικών– στα βιβλία της, δεν τις παρουσιάζει εν κενώ. Οι σχέσεις και δη οι οικογενειακές προσφέρουν πάντα ένα γόνιμο πεδίο ακριβώς επειδή υφαίνουν τον καμβά πάνω στον οποίο θα κεντηθεί η δράση, τόσο η εξωτερική όσο και η εσωτερική. Στο Θυμωμένο κοριτσάκι αυτή η «μέθοδος» ή πρακτική αναδεικνύεται σε κεντρική γιατί όλη η παροντική δράση στηρίζεται σε όσα έγιναν στο παρελθόν μέσα στην οικογένεια του Σαλβατόρε Σαλβατόρε. Η Οβαλντέ επιλέγει έναν ιδιαίτερο τύπο εσωτερικού μονολόγου, μια που η αφήγηση είναι πάντα τριτοπρόσωπη και η ίδια μοιάζει να ταυτίζεται σχεδόν με την ηρωίδα της – διατηρώντας ωστόσο την απόσταση που χρειάζεται για να μιλήσει για κείνην. Η μετάφραση οφείλει, όπως ακριβώς και η συγγραφέας, να ξεκινήσει από κάποιου είδους «ταύτιση», να μπορέσει η μεταφράστρια να συνδεθεί η ίδια με τις εμπειρίες που περιγράφονται, στο βαθμό που της επιτρέπουν οι δικές της εμπειρίες, και μετά να πάρει μια απόσταση που θα της επιτρέψει να αποδώσει εκείνες της ηρωίδας, αλλά και των άλλων ηρώων, στη γλώσσα της. Έχει ενδιαφέρον να σταθεί κανείς στο γεγονός ότι το τραύμα είναι πιο γενικευμένο και καθολικό στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, η Οβαλντέ όμως στέκεται με συμπάθεια στους χαρακτήρες με τις πιο ευγενικές ψυχές – κι η μεταφράστρια δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει.

  • Υπήρξαν συγκεκριμένες λέξεις, εκφράσεις ή πολιτισμικά στοιχεία στο πρωτότυπο που σας δυσκόλεψαν ιδιαίτερα στη μεταφορά τους στα ελληνικά;

Με την Οβαλντέ το ζήτημα δεν είναι συνήθως συγκεκριμένα οι λέξεις, αλλά –ακριβώς– τα πολιτισμικά στοιχεία ευρύτερα. Κάθε πλοκή της –και το Θυμωμένο κοριτσάκι δεν αποτελεί εξαίρεση– εκτυλίσσεται πάντα σε πολύ συγκεκριμένο τόπο. Ο χρόνος έχει λιγότερη σημασία για τη δράση καθαυτή και περισσότερη στο πώς εξελίσσεται η εσωτερική ζωή των ηρώων και η σχέση τους με το παρελθόν. Ο τόπος όμως παίζει καθοριστικό ρόλο, ως εξωτερικός και εσωτερικός προς τη δράση παράγοντας: η νότια Ιταλία εν προκειμένω, το φανταστικό νησί της Ιάτσα, έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά που περιμένει κανείς από τη σικελική επαρχία. Η πατριαρχία, η αγροτική ζωή, η πρωτοκαθεδρία των οικογενειακών δεσμών είναι καθοριστικά στοιχεία της δράσης και φυσικά αυτό συμπαρασύρει και τη γλώσσα. Φτιάχνοντας ένα σύμπαν απολύτως εντοπισμένο στον χώρο, η συγγραφέας προσαρμόζει τον λόγο της στην κοινωνική πρωτίστως ζωή των ηρωίδων και των ηρώων της και οι γλωσσικές και κυρίως λεκτικές ακροβασίες αφορούν ως επί το πλείστον τη μετάδοση μιας αίσθησης που θα κάνει τον αναγνώστη να νιώσει οικεία μέσα στον τόπο αυτό. Συγκεκριμένα σημεία του κειμένου, υπ’ αυτή την έννοια, δεν έχει νόημα να παρατεθούν εδώ. Μόνο να συγκρατήσουμε την κοπιώδη προσπάθεια του μεταφραστή να αποδώσει την αίσθηση, τις μυρωδιές, τις νοοτροπίες.

  • Πώς διαχειρίζεται ένας μεταφραστής το χιούμορ ή την ειρωνεία όταν αυτά είναι άρρηκτα δεμένα με το ύφος του συγγραφέα και όχι απλώς με το περιεχόμενο;

Η συνθήκη αυτή είναι κοινή σε κάθε συγγραφέα με πραγματικό ταλέντο. Η αλήθεια είναι πως, στην Οβαλντέ, χιούμορ και ειρωνεία είναι άρρηκτα δεμένα με το ύφος της περισσότερο παρά με τον χαρακτήρα των ηρωίδων της. Δεν είναι ωστόσο τυχαίο πως, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι κεντρικοί της χαρακτήρες όντως διαθέτουν μια πιο «αποστασιοποιημένη» στάση προς τη ζωή και τους γύρω τους, που τους επιτρέπει να ξεδιπλώσουν ένα αρκετά «βιτριολικό» χιούμορ – ακόμη και προς τους ίδιους. Ωστόσο, και οι ίδιες οι καταστάσεις ενίοτε αναδίδουν μια γκροτέσκα αίσθηση. Όπως ο ίδιος ο χαρακτήρας της Τζίλντα και ο τρόπος με τον οποίο την εκδικείται η Αΐντα. Κατά κάποιον τρόπο, αυτό είναι που ορίζει και τον «τόνο» του κειμένου. Δεν μεταφράζεις την Οβαλντέ όπως θα μετέφραζες έναν συγγραφέα σαν τον Τόμας Μαν. Το παράδειγμα είναι ακραίο, ωστόσο ξεφεύγει από το αυτονόητο ζήτημα του της γλώσσας ή του περιεχομένου καθαυτού. Έχει να κάνει με μια παιχνιδιάρικη διάθεση της Γαλλίδας να μιλά για θέματα «σοβαρά», «βαριά», αλλά πάντα «καθημερινά» (όλες οι λέξεις σε εισαγωγικά, μια που όλες τους σχετικές…) και πάντα από μια γυναικεία οπτική που σαφώς ξεφεύγει από τον παραδοσιακό ρόλο της γυναίκας, ακόμη και σε ένα τόσο σφιχτό πλαίσιο όσο ο ιταλικός νότος. Αυτή η αντισυμβατικότητα είναι που ορίζει το ύφος, τη φρεσκάδα και το παιχνίδι μεταξύ συναισθηματισμού και αποστασιοποίησης από αυτόν που ορίζει τον λόγο εδώ. Το ζήτημα άρα δεν είναι η αντιστοίχιση των δυο κειμένων, όπως αυτή ορίζεται από τις διαφορετικές γλωσσικές συμβάσεις, αλλά ποιες επιλογές θα γίνουν ώστε η αίσθηση να παραμείνει κοινή – πάγιο κεντρικό διακύβευμα της μεταφραστικής δραστηριότητας, ούτως ή άλλως.

  • Στη δική σας ανάγνωση, ποιο είναι το κεντρικό συναισθηματικό ή υπαρξιακό διακύβευμα του βιβλίου και πώς αυτό καθοδήγησε τις μεταφραστικές σας επιλογές;

Δεν νομίζω πως η Οβαλντέ κάνει ιδιαίτερους διαχωρισμούς, σε ό,τι αφορά τα όσα διακυβεύονται στο εκάστοτε βιβλίο της. Σταθερή αναρώτηση και εξερεύνησή της είναι πώς η σύγχρονη γυναίκα βιώνει τον περίγυρο, τις αντιξοότητες, όσα αναμένονται κυρίως από εκείνην και συστηματικά αγνοούνται από τις ηρωίδες τους. Προσοχή ωστόσο: δεν μιλάμε για αντιηρωίδες με την κλασική έννοια. Η συγγραφέας τις αγαπά, τις αναδεικνύει, τις προσφέρει ως αντισυμβατικό παράδειγμα της γυναικείας κατάστασης. Δεν κινείται ποτέ εναντίον τους, ακόμη κι όταν καταφεύγει στη χιουμοριστική πραγμάτευση όσων τις αφορούν πιο προσωπικά. Το ενδιαφέρον παράδοξο εδώ είναι πως, ενώ η γραφή και η οπτική της έχουν γυναικεία σφραγίδα, τα βιβλία της Οβαλντέ είναι ανοιχτά σε κάθε είδους κοινό. Είναι ο τρόπος της να μιλήσει για τη γυναίκα, χωρίς να την κλείνει σε στερεότυπα και στεγανά. Υπ’ αυτή την έννοια, στο Θυμωμένο κοριτσάκι, η μετάφραση ακολούθησε και πάλι τον δρόμο της «ελαφράδας», της «φρεσκάδας» και μια πιο παιγνιώδους, χιουμοριστικής προσέγγισης, πατώντας ωστόσο γερά στον τόπο και τον χρόνο, όπως μιλήσαμε γι’ αυτούς παραπάνω, προσφέροντας μια στιβαρή αίσθηση των καταστάσεων και των χαρακτήρων, ανεξαρτήτως φύλου. Η οικογένεια, στην πιο παραδοσιακή της μορφή (σε σχέση π.χ. με το Κανένας δεν φοβάται εκείνους που χαμογελούν), αποδομείται ακριβώς γιατί υπονομεύεται έσωθεν και μάλιστα κυρίως από όσους την εκπροσωπούν με περισσότερη θέρμη. Η πρωταγωνίστρια είναι απλώς εκείνη που θα φυσήξει την πουπουλένια κατασκευή για να της δώσει το τελειωτικό χτύπημα. Κι όλα αυτά θα γίνουν με μια επιφανειακή απλότητα και μια βαθύτερη πολυπλοκότητα που ταιριάζει σε μια γυναίκα που, τόσο από τις συνθήκες όσο και από τη φύση της, δεν επιθυμεί να ζήσει συμβατικά. Όλη η προσπάθεια έγινε με αυτόν τον γνώμονα κι ελπίζω η μετάφραση να μεταδώσει αυτή τη λεπτή ισορροπία, χωρίς να προδίδει, όχι τόσο την Οβαλντέ, όσο την ίδια την Αΐντα.

  • Αν θα έπρεπε να περιγράψετε με μία φράση τη «φωνή» του βιβλίου όπως τη βιώσατε στη μετάφραση, ποια θα ήταν αυτή;

Σε μια πρώτη φάση θα έπρεπε να κάνουμε λόγο για μια «φωνή» που ακολουθεί το μοντέλο της τριτοπρόσωπης αφήγησης, το οποίο επιστρατεύει εδώ η συγγραφέας. Νομίζω, ωστόσο, πως αυτό που κάνει ιδιαίτερη τη γραφή της Οβαλντέ είναι πως επιλέγει να αφηγηθεί η ίδια τις ιστορίες της. Κι όταν λέω «η ίδια» το εννοώ. Μέσα από κάθε φράση διαφαίνεται μια προσωπικότητα που σχολιάζει υπόρρητα τα πάντα, οπότε τελικά, όντως καταφέρνει να ξεφύγει από τον συνηθισμένο, πραδοσιακό παντογνώστη αφηγητή. Με εξαίρεση τους διαλόγους –που αποτελούν και τη μόνη στιγμή που συγγραφέας «κάνει στην άκρη» για να αφήσει τους ήρωές της να μιλήσουν με τη δική τους φωνή, πράγμα που υποχρεώνει σε μια αλλαγή οπτικής και τη μεταφράστρια–, η αφήγηση ζει και αναπνέει στον ρυθμό της Οβαλντέ, εκείνη είναι που απευθύνεται στον αναγνώστη για να τον κάνει να ταυτιστεί μαζί της μέσα από την ενθύμηση παλιών βιωμάτων ή σύγχρονων καταστάσεων. Κι ωστόσο, όπως η ηρωίδα της, η Οβαλντέ κρατά ταυτόχρονα μια απόσταση που δεν την αφήνει να βουλιάξει σε ένα στείρο συναισθηματισμό. Η καθαρότητα της οπτικής και η διαύγεια των σχολίων δείχνει μια συγγραφέα που, έχοντας ήδη συνδεθεί πλήρως με το δημιούργημά της, επιχειρεί μέσω της αφήγησής του να συνδεθεί και με το κοινό, να το κάνει κοινωνό σε αυτό το χαρούμενο, θλιμμένο, αλλόκοτο πανηγύρι που, εν προκειμένω, είναι η ζωή της Αΐντα Σαλβατόρε. Κι έτσι, η φράση με την οποία κλείνει το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος εύστοχα δίνει τον τόνο της εξιστόρησης που ακολουθεί: «Δεν λέμε “κούκου” σε κάποιον που δεν έχουμε δει (και δεν έχουμε θελήσει να δούμε) δεκαπέντε χρόνια»…

Βιογραφικό

Η Βερονίκ Οβαλντέ γεννήθηκε στη Γαλλία. Έχει εκδώσει δέκα μυθιστορήματα, μεταξύ των οποίων τα: «Et mon cœur transparent» (Βραβείο France Culture-Télérama), «Des vies d’oiseaux», «La Grâce des brigands» και, πιο πρόσφατα, «Soyez imprudents les enfants». Στα ελληνικά κυκλοφορούν, επίσης, από τις εκδόσεις Gema τα μυθιστορήματά της «Όσα ξέρω για τη Βέρα Κάντιντα» (Βραβείο μαθητών λυκείου Renaudot 2009, Βραβείο France Télévisions και Μεγάλο Βραβείο των αναγνωστών/-στριών του Elle) και «Κανένας δεν φοβάται εκείνους που χαμογελούν».

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Scroll to Top